Λίγα λόγια γιά το blog...

Ionian Islands: Vision 2020, ή Ιόνια Νησιά: Όραμα 2020. Το ιστολόγιο καλεί εμάς τους Επτανήσιους να οραματιστούμε τα νησιά μας στο τέλος της δεκαετίας. Επιλέχθηκε ο Αγγλικός τίτλος τόσο γιατί επισημαίνει τον ανοικτό χαρακτήρα του πολιτισμού μας όσο και γιατί Vision 2020 στα Αγγλικά σημαίνει και τέλεια όραση. Κάθε Επτανήσιος, ή φίλος των Επτανήσων είναι ευπρόσδεκτος να καταθέσει τις απόψεις του και να συμμετέχει μέσω του ιστολογίου σε διάλογο.


Γιά να διευκολυνθεί ο διάλογος αναρτώνται σε διαφορετικές σελίδες του ιστολογίου αντικείμενα προς συζήτηση τα οποία χαρακτηρίζονται σαν "Θέματα". Γιά κάθε θέμα

αναρτάται ένα εισαγωγικό κείμενο το οποίο προσδιορίζει το αντικείμενο του διαλόγου. Οι αναγνώστες καλούνται να ανταλλάξουν απόψεις και να κάνουν προτάσεις σχετικά με το συγκεκριμένο αντικείμενο. Κατά τακτά χρονικά διαστήματα οι απόψεις και οι προτάσεις των αναγνωστών συνοψίζονται και παρατίθενται στο εισαγωγικό κείμενο.


Τα πρώτα θέματα που τίθενται γιά συζήτηση είναι:

Θέμα 1. Μη ισότιμη αντιμετώπιση των Ιόνιων νησιών από την Ελληνική πολιτεία. Μύθος ή πραγματικότητα;

Θέμα 2. Αυθόρμητη απάντηση στην ερώτηση "Πως θα ήθελες να είναι τα Ιόνια νησιά το 2020;"


Πρόσφατες αναρτήσεις:

[Διάβρωση των Επτανησιακών παραλιών, μία λυπηρή πραγματικότητα; Τι μπορεί να γίνει;]

[Κυβερνητικές επιλογές και Ιόνια: Ο μονόδρομος της απώλειας. Μέρος 3ο]

[Κυβερνητικές επιλογές και Ιόνια: Ο μονόδρομος της απώλειας. Μέρος 2ο]

[Κυβερνητικές επιλογές και Ιόνια: Ο μονόδρομος της απώλειας. Μέρος 1ο]

[Λιμεναρχείο Κέρκυρας: Ιλαροτραγωδία της τοπικής ΝΔ και πρώτο τεστ γιά τον ΣΥΡΙΖΑ]

[Τα Επτάνησα και η προίκιση των απέναντι αστικών κέντρων]

[Ιόνιες σεισμικές δονήσεις]

[Η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων στα δόντια του νεο-Ελληνικού κατεστημένου]

[Χωροταξικό Περιφέρειας Ιονίων Νήσων. Άρθρο Δρ. Γιάννη Βραδή]

[ΙΟΝΙΑ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ Επιλογή με παρελθόν, παρόν και μέλλον. Άρθρο Δρ Κ. Καποδίστρια]

[Διάσπαση του δήμου Κέρκυρας: Βελτίωση της ζωής των πολιτών ή Ευνουχισμός των Επτανήσων;]

[Το Επτανησιακό προφίλ του ΣΥΡΙΖΑ: Η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων είναι τεχνητό κατασκεύασμα και προτείνεται να διασπαστεί]

[ΑΙΡΕΤΟΙ ΞΥΠΝΗΣΤΕ!]

[Επτανησιακός χωροταξικός σχεδιασμός]

[Ομιλία Γιάννη Βραδή γιά την παιδεία και τον πολιτισμό στο προσυνέδριο Β. Ιονίου των Ανεξάρτητων Ελλήνων στην Κέρκυρα, 17/02/13]

[Οι Επτανήσιοι πρέπει δυναμικά να απαιτήσουμε ίση μεταχείριση με τους υπόλοιπους Έλληνες]

[Το πανεπιστήμιο της Ινσουλάρια και η πολιτιστική καταστροφή της]

[Γιατί φαίνεται απαξιωτική η στάση της Ελλάδας απέναντι στα Επτάνησα;]

[Το βασίλειο της Μαλάκουα και το πανεπιστήμιο της πόλης της Ντορμίρης]

[Δίκτυο Λιμένων Δυτικής Ελλάδας και ο ευνουχισμός της Κέρκυρας]

[Καλούδης: Συγκοινωνιακές Υποδομές Ιονίων Νήσων: Να συζητηθούν στο Περιφερειακό]

[Η Καταλωνία απαιτεί ανεξαρτησία από την Ισπανία, ανοίγονται οι ασκοί του Αιόλου;]

[Για ποιον θα μιλήσω σήμερα;]

[Νησιωτικότητα και Επτανησιακή συνείδηση]

[Τι ακριβώς σημαίνει Επτανησιακή και Ιονική ταυτότητα;]

[Επιστολή στον Υπ. Οικονομικών (Υποβάθμιση Επτανήσων)]

[Ιόνια Αμφισβήτηση]

[Ο Οίκος Ενοχής]

[Επτάνησα και Ελλάδα, τι συμβαίνει;]

[Ο πληθυσμός της Κέρκυρας ίσως να είναι σημαντικά μεγαλύτερος από αυτόν που ανακοινώθηκε μετά την απογραφή του 2011]

[Το μέλλον του Ιονίου Πανεπιστημίου και του ΤΕΙ Ιονίων Νήσων]

[Διάσωση του Ιονίου Πανεπιστημίου και του ΤΕΙ Ιονίων Νήσων]


Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016

Διάβρωση των Επτανησιακών παραλιών, μία λυπηρή πραγματικότητα; Τι μπορεί να γίνει;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μερικές από τις ωραιότερες εικόνες της φύσης είναι τα σημεία συνάντησης των δύο στοιχείων, του νερού και της γης, της θάλασσας και της ξηράς.  Η δύναμη του υγρού στοιχείου αποσαθρώνει τη γη, την θρυμματίζει, την μετατρέπει σε μικρούς κόκκους, την αποθέτει μεταξύ ξηράς και θάλασσας και δημιουργεί τις παραλίες. Οι παραλίες ως γέννημα των δύο στοιχείων είναι στερεές αλλά και ρευστές, αέναα διαμορφούμενες από την δράση των κυμάτων και του τρίτου των στοιχείων, του αέρα.


Οι παραλίες αποτελούν ένα σημαντικό και αναπόσπαστο κομμάτι του Επτανησιακού τοπίου, σημείο αναφοράς της βαριάς βιομηχανίας του τόπου, του τουρισμού. Κατά τα τελευταία όμως χρόνια υπάρχει μία γενικότερη αίσθηση ότι οι παραλίες των Ιόνιων νησιών σταδιακά μειώνονται σε μέγεθος. Η σύγκριση του πλάτους της παραλίας της Μυρτιώτισσας προ δεκαετίας με αυτήν του σήμερα είναι πραγματικά απογοητευτική. Σε φωτογραφία των μέσων του 20ου αιώνα η παραλία του Αγίου Νικήτα εμφανίζεται εντυπωσιακά πλατύτερη από ότι σήμερα. Στο νότιο τμήμα της παραλίας του Ύψου οι φοίνικες που φυτεύτηκαν πριν λίγα χρόνια βουτούν τις ρίζες τους πλέον συχνά μέσα στην θάλασσα. Μία ενδεχόμενη μείωση της έκτασης των παραλιών των Επτανήσων θα έχει σημαντικές συνέπειες τόσο στο φυσικό περιβάλλον, όσο και στον τουρισμό. Για τον παραπάνω λόγο o αρχηγός της περιφερειακής παράταξης "Επτανησιακή Αναγέννηση" κος Γιώργος Καλούδης ζήτησε από το “Ιονίων Νήσων Όραμα” να κάνει μία πρώτη προσέγγιση - διερεύνηση του θέματος.  


Από μία πρόχειρη μέτρηση στους χάρτες της Google προκύπτει ότι στην Κέρκυρα η έκταση της παραλίας της Γλυφάδας κατά το 2013 είναι περίπου 24% μικρότερη σε σχέση με αυτήν μία δεκαετία ενωρίτερα. Αντίστοιχα η παραλία του Αρίλλα βόρεια του μώλου φαίνεται να έχει χάσει το 5% της έκτασης της κατά την ίδια περίοδο. Στην Λευκάδα, η παραλία του Μύλου δεν φαίνεται να έχει αλλάξει σημαντικά, ενώ ο Πλατύς Γιαλός στην Κεφαλλονιά φαίνεται να έχει απολέσει το 19% της έκτασης του. Στην Ζάκυνθο μέσα σε τέσσερα μόνο έτη, μεταξύ του 2009 και του 2013, η παραλία του Λαγανά στο τμήμα εμπρός από τον οικισμό φαίνεται να έχασε το 35% της έκτασης της. Οι παραπάνω παρατηρήσεις και μετρήσεις μπορεί να μην είναι ακριβείς δείχνουν όμως μία γενικότερη τάση μείωσης της έκτασης των παραλιών των Επτανήσων και καθιστούν επιτακτική την επιστημονική μελέτη του θέματος. Κινούμενος προς την κατεύθυνση αυτή ο συγγράφων ήρθε σε επαφή με το Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών και συνάντησε τον ερευνητή Δρ. Βασίλειο Καψιμάλη. Κατά την διάρκεια της συζήτησης παρουσιάστηκαν οι παραπάνω προβληματισμοί, μία σύνοψη της ανάλυσης του θέματος από τον ερευνητή και οι προτάσεις του παρατίθενται παρακάτω.


Η μορφή, το εύρος και η έκταση των παραλιών επηρεάζεται από τον κυματισμό της θάλασσας. Τα κύματα ανάλογα με τα χαρακτηριστικά τους, αλλά και με την εποχή του χρόνου μπορεί να εναποθέτουν, να αφαιρούν ή να μεταφέρουν άμμο. Όσο πιο λεπτόκοκκη είναι η άμμος τόσο περισσότερο είναι ευάλωτη η παραλία στην επίδραση των κυμάτων. Σε γενικές γραμμές ο ισχυρός κυματισμός απομακρύνει την άμμο από μία παραλία, ενώ ο σχετικά ήπιος εναποθέτει άμμο σε αυτήν. Σημαντικό όμως ρόλο στην επίδραση του κυματισμού έχει και η εποχή του χρόνου, οι καταιγίδες του χειμώνα μειώνουν γενικά το εύρος των παραλιών ενώ αυτές του καλοκαιριού το αυξάνουν. Σημαντικός παράγοντας στην επίδραση των κυμάτων στις παραλίες έχει και η διεύθυνση τους σε σχέση με αυτές, η κάθετη προς την παραλία διεύθυνση του κυματισμού ενισχύει την μεταφορά άμμου προς την θάλασσα, ενώ η πλάγια διεύθυνση έχει ως συνέπεια μία σχεδόν παράλληλη προς την ακτή κίνηση της άμμου και μεταφορά της σε άλλα σημεία. Η αυξομείωση του εύρους των παραλιών μέσα σε ένα έτος ή ακόμη και μέσα σε μία τριετία είναι ένα απόλυτα φυσιολογικό κυκλικό φαινόμενο και δεν πρέπει να προκαλεί καμία ανησυχία. Εάν όμως η έκταση της παραλίας δεν επανέρχεται στο αρχικό της μέγεθος μετά την πάροδο της τριετίας τότε το φαινόμενο φαίνεται να είναι πλέον μόνιμο, στην περίπτωση αυτή γίνεται λόγος για διάβρωση της ακτής. Η άμμος η οποία αφαιρείται από μία παραλία, τόσο στην περίπτωση ενός κυκλικού φαινομένου, όσο και στην μόνιμη περίπτωση της διάβρωσης, δεν μεταφέρεται σε πολύ βαθιά νερά αλλά εναποτίθεται στον πυθμένα της θάλασσας σε απόσταση μέχρι βάθος επτά έως οκτώ μέτρων. Εάν η ποσότητα της άμμου είναι μεγάλη, δημιουργούνται συχνά επιμήκεις υποβρύχιοι αμμόλοφοι (sandbars) με αποτέλεσμα την μείωση του βάθους της θάλασσας σε απομακρυσμένα σημεία από την ακτή.


Η διάβρωση των ακτών είναι ένα υπάρχον πρόβλημα στον Ελληνικό χώρο. Τα στοιχεία τα οποία χρησιμοποιούνται για την εξαγωγή συμπερασμάτων για την πριν το 1947 εποχή είναι φωτογραφίες και μαρτυρίες. Από το έτος όμως αυτό και μετά υπάρχουν αεροφωτογραφίες οι οποίες δίνουν την δυνατότητα να πραγματοποιείται ένας αρκετά ακριβής υπολογισμός του μεγέθους της διάβρωσης. Η μεγαλύτερη μετρημένη διάβρωση των Ελληνικών ακτών έγινε από το 1947 μέχρι την δεκαετία του 1960 και οφείλεται σε δύο κυρίως αίτια. Το πρώτο σχετίζεται με την κατασκευή μεγάλων έργων διαχείρισης των υδάτων (φράγματα, άρδευση, κλπ) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα την μείωση του ρυθμού απόθεσης φερτών υλών στην θάλασσα και κατά συνέπεια την διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ απομακρυνόμενης και εναποτιθέμενης άμμου στις παράκτιες περιοχές. Σε αυτό το αίτιο πρέπει να προστεθούν και οι αμμοληψίες που έχουν γίνει και εξακολουθούν να γίνονται και ευθύνονται για την απομάκρυνση μεγάλων ποσοτήτων άμμου από τον πυθμένα των θαλασσών. Το δεύτερο αίτιο σχετίζεται με την κατασκευή έργων στις παραλίες, περισσότερο τοιχίων αντιστήριξης δρόμων, κατοικιών, κλπ. Οι κάθετες επιφάνειες των τοιχίων δεν έχουν την δυνατότητα να απορροφήσουν την ενέργεια των κυμάτων που προσκρούουν σε αυτά με αποτέλεσμα τα κύματα να αντανακλώνται και με την ίδια ορμή να κινούνται προς την θάλασσα παρασύροντας σημαντικές ποσότητες άμμου. Τα κύματα ισχυρών καταιγίδων προσκρούουν ακόμη και σε σχετικά απομακρυσμένα από το σύνηθες όριο της θάλασσας τοιχία με αποτέλεσμα την σημαντική απώλεια άμμου. Τα παραπάνω αίτια διάβρωσης των Ελληνικών ακτών εξακολουθούν να υφίστανται, σε αυτά όμως πρέπει να προστεθεί και ένα τρίτο το οποίο αποκτά μεγάλη σημασία κατά τις τελευταίες δεκαετίες, είναι η κλιματική αλλαγή. Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας δεν φαίνεται να έχει σημαντική επίδραση στην διάβρωση των παραλιών, η αλλαγή όμως των χαρακτηριστικών των καταιγίδων, όπως η ένταση, η συχνότητα, η εποχή και η διεύθυνση των κυμάτων σε σχέση με την ακτή παίζουν σημαντικό ρόλο.


Οι ενέργειες που μπορούν να γίνουν για την αποκατάσταση μίας διαβρωμένης ακτής είναι τρεις. Ως η πλέον ορθή ενέργεια θεωρείται η παροχή ελευθερίας στην φύση για να ισορροπήσει ξανά και να δημιουργήσει εκ νέου την παραλία από μόνη της. Για την επίτευξη του παραπάνω απαιτείται η παραθαλάσσια περιοχή να απελευθερωθεί από κάθε είδους υφιστάμενες ανθρώπινες κατασκευές. Σε οικολογικά ανεπτυγμένες χώρες το κράτος αγοράζει παραθαλάσσιες ιδιοκτησίες και κατεδαφίζει τις υπάρχουσες κατασκευές δίνοντας την δυνατότητα στην θάλασσα να διαμορφώσει ένα καινούργιο τοπίο. Η δεύτερη ενέργεια σχετίζεται με την κατασκευή εντός της θάλασσας κάθετων ή παράλληλων προς την ακτή πέτρινων ή τσιμεντένιων βραχιόνων ανάλογα με την διεύθυνση των κυμάτων και των ρευμάτων. Οι κατασκευές αυτές βοηθούν στην συγκράτηση της άμμου, σημαντικό όμως μειονέκτημα αποτελεί η οπτική μόλυνση που προκαλούν. Τελευταίες πάντως τεχνικές επιτρέπουν οι κατασκευές αυτές να γίνονται υποθαλάσσια φθάνοντας σε συγκεκριμένο βάθος από την επιφάνεια της θάλασσας ώστε να μην είναι ορατές. Η τρίτη ενέργεια προς αποκατάσταση μίας διαβρωμένης παραλίας είναι η τοποθέτηση ποσοτήτων άμμου μεγαλύτερης διαμέτρου κόκκου από την υφιστάμενη ώστε να μην μετακινείται εύκολα από τα κύματα. Η άμμος καλό είναι να προέρχεται από πετρώματα της περιοχής ώστε να εναρμονίζεται με το περιβάλλον, η τεχνική αυτή θεωρείται πολύ αποτελεσματική. Αντίθετα η άντληση της άμμου που τα κύματα έχουν μεταφέρει στον πυθμένα της θάλασσας και η εναπόθεση της στην παραλία δεν πρέπει ποτέ να γίνεται καθώς όχι μόνο είναι σίγουρο ότι με την πρώτη κακοκαιρία η άμμος αυτή θα μεταφερθεί και πάλι στον πυθμένα, αλλά και μία λανθασμένη τεχνική αμμοληψίας μπορεί να επιτείνει το φαινόμενο της διάβρωσης.


Από την παραπάνω ανάλυση προκύπτει ότι υπάρχουν ενδείξεις διάβρωσης κάποιων παραλιών των Επτανήσων, δεν υπάρχει όμως σαφής επιστημονική τεκμηρίωση που να στηρίζει την ύπαρξη και το μέγεθος του φαινομένου, όπως και των αιτίων που το προκαλούν. Καθώς οι παραλίες αποτελούν ένα μεγάλο κεφάλαιο για την χώρα μας, τόσο σε επίπεδο περιβάλλοντος, όσο και οικονομίας θεωρείται ότι δεν πρέπει να μείνουμε αδρανείς. Προτείνεται, σε πρώτο στάδιο, να ανατεθεί στο Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών μελέτη για την επιστημονική τεκμηρίωση του φαινομένου της διάβρωσης των Επτανησιακών παραλιών και τον προσδιορισμό των αιτίων. Εάν από την μελέτη αυτή διαπιστωθεί ότι κάποιες παραλίες υφίστανται διάβρωση θα πρέπει σε ένα δεύτερο στάδιο το Κέντρο να προτείνει τις πρέπουσες ενέργειες για την παύση/ αναστροφή του φαινομένου. Η πολιτεία ακολούθως θα πρέπει να προβεί στις απαραίτητες νομοθετικές ρυθμίσεις και η περιφέρεια, οι δήμοι και οι αρμόδιοι φορείς να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση και να υλοποιήσουν τα σχετικά έργα αποκατάστασης.     


Γιάννης Βραδής
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Purdue, ΗΠΑ
Εργαστήριο Πολιτικού και Πολιτισμικού Προβληματισμού
Ιονίων Νήσων Όραμα
http//:ionianislandsvision2020.blogspot.com




Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2015

Κυβερνητικές Επιλογές και Ιόνια: Μέρος 3ο

Αστική Κουλτούρα και Χωριατιά.
Εγώ, λοιπόν, ανατράφηκα στο Αργοστόλι, που είχε έντονα τα χαρακτηριστικά μιας οργανωμένης κοινωνίας, με μια αστική τάξη, επτανησιακού χαρακτήρα με ευρωπαϊκές επιδράσεις. Στα πάρτυ παίζαμε πιάνο... Το Αργοστόλι ήταν μια μικρή, πόλη, που όμως λειτουργούσε. Όταν πρωτόρθα στην Αθήνα 15-16 χρόνων μου φάνηκε σα μια μεγάλη, επαρχιακή πόλη. Μ' έπιασε απογοήτευση. Δε μου φάνηκε να έχει τον αστικό χαρακτήρα που είχε το Αργοστόλι.” [3] Η παραπάνω διήγηση ανήκει στον αείμνηστο Αντώνη Τρίτση, όπως αναφέρεται στο βιβλίο “Το τελευταίο αγώνισμα του δεκάθλου” του Ν. Σουρή. Ο Τρίτσης αναφερόμενος στον αστικό και μη χαρακτήρα της πόλης, αναφέρεται ουσιαστικά στην ύπαρξη και μη αστικής κουλτούρας.  

 
Αστική κουλτούρα.

Η λέξη “κουλτούρα” είναι δανεισμένη στην Ελληνική και δεν έχει πλήρως αφομοιωθεί από την γλώσσα, αντί αυτής επίσημα χρησιμοποιείται η λέξη “πολιτισμός” η οποία όμως έχει διττή έννοια, αυτήν του “civilization” και του “culture”. Η έννοια της λέξης “culture” ή κουλτούρα στα Ελληνικά, ή “παιδεία”, όπως ο Μ. Πλωρίτης προτείνει [4] σημαίνει κατά τον Hoebel ένα ολοκληρωμένο σύστημα προτύπων συμπεριφοράς τα οποία μαθαίνονται, είναι χαρακτηριστικά των μελών μίας κοινωνίας και δεν είναι αποτέλεσμα βιολογικής κληρονομικότητας [5]. Κατά τον Edward Burnett Taylor κουλτούρα είναι το σύνθετο σύνολο που περιλαμβάνει τις γνώσεις, τις πεποιθήσεις, την τέχνη, τα ήθη, το δίκαιο, τα έθιμα, καθώς και οποιεσδήποτε άλλες ικανότητες και συνήθειες που αποκτήθηκαν από τον άνθρωπο ως μέλος της κοινωνίας. Η συνάθροιση ατόμων στον χώρο των πόλεων, η παρεχόμενη ασφάλεια, η εξειδίκευση της εργασίας, ο συρρέων πλούτος και ο ελεύθερος για σκέψη και δημιουργία χρόνος δίνουν στις αστικές κοινωνίες την δυνατότητα για διοικητική ανεξαρτησία και πνευματική ανάπτυξη η οποία οδηγείται από την ιντελιγκέντσια. Οι κοινωνίες αυτές ανέπτυξαν την δική τους κουλτούρα την λεγόμενη αστική η οποία χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη των επιστημών, των τεχνών, της φιλοσοφίας και του συστήματος παιδείας.  Η λεπτότητα, ο σεβασμός, η ευγένεια, ο συμβιβασμός, η ανεκτικότητα και γενικότερα οι “καλοί τρόποι” αποτελούν απαραίτητα για την ομαλή συμβίωση των ατόμων χαρακτηριστικά της αστικής κουλτούρας [6].

 

Αστικοποίηση των πληθυσμών.

Οι πόλεις αναπτύσσονται συνήθως εν μέσω μεγάλων γεωργικών εκτάσεων, σε χερσαία ή ποτάμια περάσματα, σε σταυροδρόμια και σε λιμάνια που εξυπηρετούν εκτεταμένη ενδοχώρα ή σε σημαντικές θαλάσσιες οδούς, εκτείνουν δε προς την περιβάλλουσα χώρα και προς άλλες πόλεις διαύλους ροών υλών, ανθρώπων, πλούτου και ιδεών με αποτέλεσμα την δημιουργία δικτύων. Όσο περισσότερο δικτυωμένη είναι μία πόλη τόσο μεγαλύτερες ροές προς και από αυτήν υπάρχουν και τόσο περισσότερο αναπτύσσεται. Η ανάπτυξη όμως δημιουργεί μεταναστευτικά ρεύματα προς την πόλη με αποτέλεσμα την αλλοίωση των πληθυσμιακών χαρακτηριστικών της, τι συμβαίνει λοιπόν όταν ο εισερχόμενος πληθυσμός είναι μη-αστικός; Πόσο γρήγορα μπορεί να αστικοποιηθεί; Ο προαναφερθείς ορισμός της κουλτούρας κατά τον Hoebel, αφήνει το περιθώριο να υποτεθεί ότι τα πρότυπα συμπεριφοράς (κουλτούρα) θα μπορούσαν να είναι αποτελέσματα κοινωνικής κληρονομικότητας ή καλύτερα τα αντικείμενα εξελικτικής κοινωνικής πορείας. Σε μία τέτοια περίπτωση και λαμβάνοντας υπόψη την πιθανότητα ύπαρξης ενός μομέντουμ κουλτούρας (cultural momentum), γίνεται αντιληπτό ότι η δόμηση και εξέλιξη μίας αστικής κουλτούρας σε μία πόλη αποτελεί μία μακροχρόνια διεργασία. Ο Robert Redfield στην δεκαετία του 1940 στο άρθρο του “The Folk Society” [7] μελετώντας την πόλη του Σικάγου υπέθεσε ότι καθώς τα άτομα μετακινούνται από μία μικρή κοινότητα στην πόλη υπάρχει κατάρρευση των δομών κουλτούρας. Αν και η παραπάνω θεωρία δεν μπορεί να γενικευθεί, είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι ένα άτομο που μεταβαίνει από μία αγροτική σε μία αστική κοινωνία αντιλαμβάνεται την χαλάρωση ή την ανυπαρξία κάποιων από τους γνωστούς του κανόνες, εάν όμως δεν αντιληφθεί την ύπαρξη άλλων απαραίτητων για την κοινωνική ισορροπία λεπτών κανόνων ενέχεται ο κίνδυνος να θεωρήσει ότι η αστική κοινωνία δεν έχει κανόνες. Σε αυτή την περίπτωση θα βρεθεί εκτός μέτρου και εκτός των πλαισίων της ορθής κοινωνικής συμπεριφοράς, των “καλών τρόπων” με χαρακτηριστική την περίπτωση του “νεοπλουτισμού”. Όταν η εισροή μη-αστικών στοιχείων σε μία πόλη είναι πολύ αυξημένη και η ιντελιγκέντσια δεν έχει ικανή κρίσιμη μάζα και ενέργεια θα μπορούσε να δημιουργηθεί ένα γενικότερο κλίμα αίσθησης απουσίας κανόνων και η “κοινωνική εντροπία” να αυξηθεί επιφέροντας μία συνολική υποβάθμιση της κουλτούρας.

 

Επτανησιακές και ηπειρωτικές Ελληνικές πόλεις
Οι πόλεις των Επτανήσων έχουν την τύχη να βρίσκονται επάνω σε διαχρονικά σημαντικές θαλάσσιες οδούς οι οποίες στηρίζουν την ανάπτυξη, αλλά και την δικτύωση με αποτέλεσμα μέσα στο πέρασμα αρκετών αιώνων να αναπτυχθούν ισχυρές αστικές κουλτούρες - υποσύνολα του Δυτικού πολιτισμού. Από τη άλλη πλευρά η ηπειρωτική Ελλάδα είναι μία αραιοκατοικημένη, κατακερματισμένη από την παρουσία ορέων και κόλπων και με μικρή ενδοχώρα περιοχή στην οποία  δεν υπάρχει κρίσιμη μάζα γεωργικής παραγωγής και σημαντικά λιμάνια ή σταυροδρόμια που θα στήριζαν την ανάπτυξη και δικτύωση σημαντικών πόλεων - κέντρων αστικής κουλτούρας.  Οι Ελληνικές ηπειρωτικές πόλεις έχουν χαρακτηριστικά προερχόμενα από ανατολικές επιδράσεις τα οποία δεν μπορούν να παραβλεφθούν. Ο Max Weber στο έργο του “The City” [8] διαχώρισε την αστικοποίηση σε “Δυτική” και “Ανατολική” και ανέφερε ότι ένα χαρακτηριστικό της “αστικότητας”, η ικανή πολιτική αυτονομία των αστών, δεν ικανοποιείται στις Ανατολικές πόλεις λόγω του πολιτισμικού και γενικότερου κατακερματισμού του πληθυσμού. Αν και η παραπάνω άποψη είναι αμφιλεγόμενη θα μπορούσε η “αστικότητα” των υπό Οθωμανική κατοχή Ελληνικών πόλεων να τεθεί από κάποιους υπό αμφισβήτηση.  
 
Η ανάπτυξη της "χωριατιάς".
Η ίδρυση του Βασιλείου της Ελλάδος συνοδεύτηκε με την ανακήρυξη της Αθήνας, μίας κωμόπολης 4.000 κατοίκων, ως της πρωτεύουσας της χώρας, καθώς όμως το νεοσύστατο κράτος δεν είχε σημαντικά αστικά κέντρα, δεν είχε ούτε και σημαντική παρακαταθήκη αστικής κουλτούρας, πλην αυτής των Ελλήνων του εξωτερικού, η οποία θα εμβολίαζε την νέα πρωτεύουσα. Η μαζική μετανάστευση αγροτικών πληθυσμών προς την Αθήνα, της οποίας ο πληθυσμός μέσα στα πρώτα τριάντα χρόνια δεκαπλασιάστηκε και στα πρώτα εκατό σχεδόν διακοσιαπλασιάστηκε, έκανε δύσκολη την “αστικοποίηση” της. Η αστική δυναμική και δικτύωση που θα μπορούσαν να προσφέρουν οι Ιόνιες πόλεις μετά την ένωση του 1864, σε μία εποχή που Αθήνα και Κέρκυρα είχαν παρόμοιους αριθμητικά πληθυσμούς, δεν αξιοποιήθηκε. Η μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο αστυφιλία κατέκλυσε την Αθήνα και αργότερα άλλες πόλεις με αγροτικούς πληθυσμούς τους οποίους οι υπάρχοντες μικροί αστικοί πυρήνες και η ιντελιγκέντσια δεν μπόρεσαν να επηρεάσουν και να τους βοηθήσουν να αφομοιωθούν. Οι εισερχόμενοι πληθυσμοί σε μεγάλο βαθμό αλλοτριώθηκαν, δεν παρέμειναν αγροτικοί αλλά δεν μπόρεσαν να εξελίξουν και να εντάξουν την πολύτιμη μη-αστική κληρονομιά τους στα αστικά πλαίσια. Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις στα πλαίσια αύξησης της “κοινωνικής εντροπίας” που προαναφέρθηκε, η υπάρχουσα φολκλόρ αστική και μη κουλτούρα εκφυλίστηκε και υποβαθμίστηκε. Η ανέλιξη της φολκλορικής μουσικής σε υψηλότερα επίπεδα, για παράδειγμα, ελάχιστα επιβραβεύεται από τα ΜΜΕ και την μόδα, ενώ αντίθετα υπάρχει μεγάλη απήχηση στα αποκυήματα της αποδόμησης των λαϊκών μοτίβων, δηλαδή στα ηχητικά μορφώματα που κοινά ονομάζονται “σκυλάδικα”. Η αποδόμηση όμως πέρασε και έξω από την τέχνη, στην ηθική, στον τρόπο με τον οποίο ο Έλληνας νεο-αστός βλέπει τον εαυτό του σε σχέση με τον υπόλοιπο κόσμο. Οι αξίες και οι κανόνες καλής συμπεριφοράς κατέπεσαν, η πονηριά, το ρουσφέτι, η υποτέλεια, υποκινούμενα από το παλαιοτουρκογενές πολιτικό σύστημα, άνθισαν στις πίστες των Ελληνάδικων στους ρυθμούς του τσιφτετελιού. Όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά που ο αρθρογράφος του Athens Voice ονόμασε “χωριατιά” [9] κατατρώγουν την χώρα και δημιούργησαν τις συνθήκες ώστε “κάποιοι” να την καταστήσουν παγκόσμιο περίγελο.

Χωριατιά και Επτανησιακή δυσμένεια.
Είναι λοιπόν η χωριατιά, η έλλειψη αστικής κουλτούρας ενός σημαντικού αριθμού Ελλήνων νεο-αστών και κυρίως των πολιτευομένων η αιτία των πολιτικών δυσμενούς αντιμετώπισης των Επτανήσων από την Ελληνική πολιτεία; Ο νεο-αστός κινούμενος μέσα στα πλαίσια της αποδομημένης κουλτούρας παραλληλίζει τις έννοιες του αστού και της αστικής κουλτούρας με την έννοια της υλικής πόλης, με την “αστικότητα” να μετριέται με βάση τον αριθμό των πολυκατοικιών, των καφέ και των τσιπουράδικων. Όταν ο νεο-αστός επισκέπτεται τις Κυκλάδες, βλέπει τα πλοκάμια της πόλης του να εκτείνονται στο βαθυκύανο του Αιγαίου, βλέπει ένα σκηνικό που έχει υπερτεθεί από αυτόν και γιά αυτόν στην ομορφιά των νησιών. Στον χώρο αυτό εκστασιάζεται, τα χωριά της Πάρου, της Νάξου, της Μυκόνου αποθεώνονται και γίνονται μόδα. Τι συμβαίνει όμως με την αξιολογότατη Ερμούπολη στο παρακείμενο νησί της Σύρου; Σιγή, καμία αναφορά στα ΜΜΕ, καμία μόδα. Μήπως αυτή η πόλη, όπως και η Κέρκυρα κάνουν τον νεο-αστό να αντιλαμβάνεται ότι εκτός από το μέτρο του τσιπουράδικου υπάρχει και κάποιο άλλο; Μήπως αντιλαμβάνεται ότι πέρα από την ανούσια ζωή του στην γειτονιά της Αθήνας και την εκτόνωση στα trendy bars της Μυκόνου υπάρχει και μία άλλη διάσταση στον πολιτισμό και στην ζωή που ο ίδιος δεν αγγίζει; Μήπως η εικόνα που έχει φτιάξει γιά τον εαυτό του, αυτή του μοντέρνου κατοίκου της μεγαλούπολης, αρχίζει να αποσυντίθεται στο άκουσμα της ψαλμωδίας στον Άη Νικόλα της Ερμούπολης; Μήπως ο κόσμος του αρχίζει να καταρρέει όταν περπατάει στα καντούνια της Κέρκυρας και ακούει τη μουσική της μελέτης να πλαισιώνει το καθρέφτισμα της ιστορικής πόλης στα βρεγμένα λιθόστρωτα; Μήπως λοιπόν ο νεο-αστός ασυναίσθητα ίσως προσπαθεί αυτή την άλλη διάσταση της Ελλάδας να την αγνοήσει, να την εκμηδενίσει; Μήπως η ενδόμυχη επιθυμία του ενώνεται με αυτή και των υπολοίπων, δημιουργεί τάσεις και εκδηλώνεται ως πολιτική; Μήπως λοιπόν τα Επτάνησα - φορείς αστικής κουλτούρας, γίνονται οι αποδέκτες αυτής της πολιτικής εκμηδενισμού; Ίσως ναι. Ίσως όμως και όχι, ίσως ο νεο-αστός δεν αντιλαμβάνεται την παρουσία αυτής της άλλης διάστασης και η Ερμούπολη κι η Κέρκυρα απλά τον αφήνουν αδιάφορο. Από την άλλη πλευρά η νεο-αστική τάξη ίσως ασπάζεται τις απόψεις του Γερμανού Carl Lambrecht ο οποίος έδωσε μεγάλη σημασία στην παραδοσιακή λογοτεχνική και καλλιτεχνική κουλτούρα που προερχόταν από τα λαϊκά στρώματα σε αντιδιαστολή με τον εξειδικευμένο επιστημονικά και φιλοσοφικά διαφωτισμό [10], θέσεις βέβαια στις οποίες βασίστηκε ο ναζισμός γιά να στηρίξει την ανωτερότητα της άριας φυλής. Ίσως λοιπόν ο νεο-αστός θεωρώντας την δική του “λαϊκή” κουλτούρα, ως πρωτότυπη χαρακτηρίζει τις περισσότερο εξειδικευμένες και με Δυτική χροιά μορφές, όπως την αστική Επτανησιακή, ως ξένες και τις απορρίπτει. Στην περίπτωση αυτή παρατηρείται μία εσωστρέφεια που θα μπορούσε να καταλήξει στην έστω και υποσυνείδητη προσπάθεια υποβάθμισης των Επτανήσων.

Σε κάθε περίπτωση όμως, τόσο η πιθανή ενδόμυχη άρνηση του νεο-αστού να δεχθεί την παρουσία μίας άλλης διάστασης της αστικής κουλτούρας από αυτήν που ο ίδιος γνωρίζει, όσο και η πιθανή εσωστρέφεια της Ελληνικής νεο-αστικής κουλτούρας θα είχε ως αποτέλεσμα μεμονωμένες ενέργειες από άτομα οι οποίες θα κατέληγαν περισσότερο στην παθητική παρά στην ενεργητική υποβάθμιση των Επτανήσων. Η συνολική δυναμική που θα αναπτυσσόταν από την νεο-αστική κοινωνία φαίνεται ότι μάλλον δεν θα ήταν επαρκής γιά την συντήρηση γιά ενάμισυ αιώνα του μομέντουμ μίας ενεργού συστηματικής πολεμικής κατά των Επτανήσων. Επομένως θα μπορούσε με αρκετή ασφάλεια να υποτεθεί ότι η “μη-αστικότητα” των Ελλήνων αστών δεν είναι ο κύριος μοχλός που υποκινεί την υποβάθμιση των Ιονίων, παίζει πιθανά όμως έναν επικουρικό ρόλο σε αυτήν.

Στο επόμενο κεφάλαιο θα μελετηθεί η θέση του ανθεπτανησιακού μομέντουμ στον χώρο της νεο-Ελληνικής πολιτικής.


[3] Σουρής, Ν. (1997). Το τελευταίο αγώνισμα του δεκάθλου. Αθήνα: Εκδόσεις Σίσυφος.
[4] Πλωρίτης Μ., (1980, Απρίλιος 27). Πολιτισμικός στασιμο-πληθωρισμός, εφ. Το Βήμα.
[5] Adamson Hoebel, E. (1966). Anthropology: The study of man (3rd ed.). New York, NY: McGraw-Hill.
[6]  Holdforth, L. (2009). Why Manners Matter: The case for civilized behavior in a barbarous world. Putnam: Amy Einhorn.
[7] Urban culture. (n.d.). In Encyclopædia Britannica online. Ανακτηθέν από http://www.britannica.com/EBchecked/topic/619432/urban-culture.
[8] Weber, M. (1986). The city. Glencoe, IL: Free Press. (Πρωτότυπο έργο εκδοθέν το 1921)
[9] Ξηρουχάκης, Χ. (2014, Δεκέμβριος 9). Η χωριατοποίηση των αστών. Athens Voice. Ανακτηθέν από http://www.athensvoice.gr/article/city-news-voices/πολιτική/η-χωριατοποίηση-των-αστών
[10] Klautke, E. (2013). The mind of the nation: Völkerpsychologie in Germany, 1851-1955. New York, NY: Berghahn Books.

Σάββατο, 27 Δεκεμβρίου 2014

Κυβερνητικές επιλογές και Ιόνια: Ο μονόδρομος της απώλειας. Μέρος 2ο


Ρους της ιστορίας και μομέντα.

Ιστορία είναι η γνώση των συμβάντων του παρελθόντος, ή και τα ίδια τα συμβάντα, ο δε ρους της ιστορίας είναι η συνέχεια, η χρονική ακολουθία των συμβάντων αυτών. Η ιστορία λοιπόν δεν είναι μία έννοια στατική, η ιστορία ρέει, είναι μία έννοια δυναμική που ξεκινά από το μακρινό παρελθόν και προβάλλεται στο μέλλον. Οι πιθανές προβολές μπορεί να είναι άπειρες, κάθε στιγμή αποτελεί ένα κόμβο από τον οποίο ξεκινούν αναρίθμητα μονοπάτια. Από κάθε κόμβο η ιστορία, ανάλογα με τις επικρατούσες συνθήκες, ακολουθεί ένα μονοπάτι για να φθάσει σε ένα νέο κόμβο από τον οποίο ακτινοβολούν νέες προβολές. Η παραπάνω θεώρηση δίνει στον ρου της ιστορίας ένα χαρακτήρα μάλλον χαοτικό όπου το μέλλον εξαρτάται αποκλειστικά από δύο παράγοντες, την θέση - κόμβο και τις συνθήκες σε κάθε δεδομένη στιγμή. Είναι όμως ακριβώς έτσι; Μήπως η ιστορία έχει ένα μομέντουμ - ορμή; Μήπως γεγονότα που συνέβησαν στο παρελθόν επηρεάζουν την επιλογή των μονοπατιών στο μέλλον; Η πρακτική λέει ναι, η ιστορία δεν αφορά άυλες υποστάσεις, αφορά ανθρώπους δεσμευμένους μέσα στο φυσικό τους περιβάλλον, κάθε συμβάν αφήνει αποτυπώματα στο περιβάλλον, αλλά και στους ίδιους τους ανθρώπους. Οι τελευταίοι μπορεί να χάνονται, αλλά τα αποτυπώματα παραμένουν είτε ως περιβαλλοντικές αλλαγές, είτε εντεταγμένα στην κοινωνική - πολιτισμική - πολιτική μνήμη. Τα αποτυπώματα αυτά είναι ο τρίτος παράγοντας που επηρεάζει τον ρου κατευθύνοντας την επιλογή του μονοπατιού σε κάθε κόμβο, είναι δε ο παράγοντας που αγνοούν οι ανόητοι και αξιοποιούν οι ευφυείς “σχεδιαστές του μέλλοντος”. Μπορεί λοιπόν και πως να επηρεαστεί και να κατευθυνθεί η ιστορία σε επιλεγμένες ατραπούς; Το χαοτικό χαρακτηριστικό του ρου της ιστορίας, αλλά και το προαναφερθέν μομέντουμ δεν επιτρέπουν στον κάθε επίδοξο “κυβερνήτη” να κατευθύνει την ιστορία στην πορεία που αυτός επιθυμεί. Αντίθετα όμως, οι συστηματικές προσπάθειες πλοήγησης οι οποίες έχουν βάθος δεκαετιών ακόμη και αιώνων εκπορευόμενες από κράτη και οργανισμούς και υλοποιούμενες από τους κατά καιρούς κυβερνώντες μειώνουν την σημασία του χαοτικού και δημιουργούν ένα δικό τους μομέντουμ στον ρου της ιστορίας. Αυτά τα μομέντα πρέπει να εντοπίζει και να λαμβάνει υπόψη του ο κάθε μελετητής, πολίτης και πολιτικός γιά να μπορεί να κατανοεί καλύτερα το παρόν, να σχηματίζει μία ιδέα γιά τις υπάρχουσες τάσεις και να βοηθείται στο να λαμβάνει αποφάσεις γιά το μέλλον σε κάθε στιγμή που θα κληθεί.



Κέρκυρα - Επτάνησα - Ελλάδα.  
Η δημιουργία του Ελληνικού κράτους με δεδομένες τις συνθήκες εκείνης της εποχής ήταν νομοτελειακή, όπως νομοτελειακός ήταν και ο χαρακτήρας του ο οποίος επικυρώθηκε με την δολοφονία του Καποδίστρια. Η Ελλάδα μέσα στην ψευδαίσθηση της αναγέννησης του Αθηναϊκού μεγαλείου δεν μπορούσε να είναι τίποτε περισσότερο από μία ελεγχόμενη παράμετρο απαραίτητη γιά τις γεωπολιτικές ισορροπίες. Η φωτεινότητα του επερχόμενου Καποδιστριακού μοντέλου διακυβέρνησης, υπήρχαν ήδη τα δείγματα του Ελβετικού συντάγματος στην σύνθεση του οποίου συμμετείχε ο κυβερνήτης, προοιώνιζε μία διαφωτισμένη αυτοπροσδιοριζόμενη πορεία του νέου κράτους. Οι γεωπολιτικές ισορροπίες όμως απαιτούσαν την χειραγώγηση της Ελλάδας, κάτι το οποίο μπορούσε να γίνει μόνο στην αδιαφάνεια ενός σκοτεινού πολιτικού πολιτισμού, ενός πολιτισμού διαφθοράς, υπόγειων διαδρομών, ίντριγκας και παραπλάνησης του λαού. Με την δολοφονία του Καποδίστρια η χώρα που προσέβλεπε στο φως έγινε το κράτος του σκότους, κυβερνήθηκε από τους αυλικούς της Πύλης, έγινε το αποκύημα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.


Η συνθήκη του Λονδίνου του 1864 έφερε την ένωση των Ηνωμένων Κρατών των Ιονίων Νήσων με το Βασίλειο της Ελλάδος και την γέννηση του Βασιλείου των Ελλήνων. Η Βρετανική αρμοστεία μεταφέρθηκε αφανώς από την Κέρκυρα στην Αθήνα και το Ηνωμένο Βασίλειο προσέβλεπε πλέον στον έλεγχο και των δύο Ελληνικών αρχιπελάγων. Η ένωση όμως έφερε την σύγκρουση δύο πολιτικών πολιτισμών: του Επτανησιακού που προσέβλεπε στην εθνική  ανεξαρτησία και ανάταση μέσα από τον διαφωτισμό και τις αρχές της Γαλλικής επανάστασης, όπως αυτές εκφραζόταν από τους Ριζοσπάστες βουλευτές και του νεο-Αθηναϊκού που η Μεγάλη Ιδέα περνούσε μέσα από τα κανάλια της ιδιοτέλειας και της απαραίτητης γιά το αγκίστρωμα στην εξουσία υποτέλειας. Μέσα στο γενικότερο κλίμα θεώρησης του Επτανησιακού πολιτισμού ως ξένου στοιχείου στον Ελληνικό χώρο [1, 2] και με δεδομένη την αντίθεση των πολιτικών πολιτισμών τα Επτάνησα άρχισαν να δέχονται βολές από τις Αθηναϊκές κυβερνήσεις. Ο πρώτος στόχος ήταν φυσικά ο φορέας του Επτανησιακού πολιτισμού, η παιδεία, η οποία καρατομήθηκε με το κλείσιμο του πρώτου Ελληνικού πανεπιστημίου, της Ιονίου Ακαδημίας, καθώς και άλλων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων.


Από την εποχή της ένωσης έχουν περάσει 150 χρόνια, τα Επτάνησα είναι σταθερά ενσωματωμένα στο κορμί του Ελληνικού κράτους, η συνείδηση του πληθυσμού είναι σαφώς Ελληνική, οι ντόπιοι πολιτικοί είναι πλέον ενταγμένοι στο Ελληνικό πολιτικό σύστημα και όμως τα Επτάνησα εξακολουθούν να βάλλονται συστηματικά με την Αθήνα να προσπαθεί να μειώσει την Κέρκυρα, όπως η Κωνσταντινούπολη έκανε παλιά με την ίδια την Αθήνα. Είναι μήπως αυτή η πολιτική υποβάθμισης των Επτανήσων ενταγμένη σε κάποιου είδους ιστορικού μομέντουμ και εάν ναι ποιος είναι ο χαρακτήρας του,  ο δημιουργός και πλοηγός του και ποιοι είναι οι στόχοι του;


Το παραπάνω ερώτημα είναι αρκετά δύσκολο να απαντηθεί, ιδιαίτερα με σχετική σιγουριά. Είναι δυνατόν πάντως να καταγραφούν και να αναλυθούν εικασίες έχοντας πάντοτε κατά νου ότι μεταξύ θεωριών βασισμένων στην λογική και θεωριών συνωμοσίας υπάρχει συχνά μία λεπτή μόνο γραμμή. Στο επόμενο κεφάλαιο θα μελετηθεί η θέση του ανθεπτανησιακού μομέντουμ στον χώρο της σύγκρουσης αστικής κουλτούρας και της λεγόμενης “χωριατιάς”*.

* Ο όρος “χωριατιά” αναφέρεται στην έννοια συμπεριφοράς, όπως αυτή είναι καταχωρημένη στα λεξικά και όχι στην καταγωγή.  

Γιάννης Βραδής
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Purdue, ΗΠΑ
Εργαστήριο Πολιτικού και Πολιτισμικού Προβληματισμού
Ιονίων Νήσων Όραμα
http//:ionianislandsvision2020.blogspot.com


Αναφορές:
[1] Βραδής, Ι. Η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων στα δόντια του νεο-Ελληνικού κατεστημένου. Εργαστήριο Πολιτικού και Πολιτισμικού Προβληματισμού, Κέρκυρα, 2013. Ανακτηθέν  στις 24/12/14 από: http://ionianislandsvision2020.blogspot.gr/2013/12/blog-post.html.

[2] Βραδής, Ι. Γιατί φαίνεται απαξιωτική η στάση της Ελλάδας απέναντι στα Επτάνησα; Εργαστήριο Πολιτικού και Πολιτισμικού Προβληματισμού, Κέρκυρα, 2013. Ανακτηθέν στις 24/12/14 από:  http://ionianislandsvision2020.blogspot.gr/2013/02/blog-post.html.


Τέλος 2ου Μέρους
Το 1ο Μέρος βρίσκεται στην διεύθυνση:

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Κυβερνητικές επιλογές και Ιόνια: Ο μονόδρομος της απώλειας. Μέρος 1ο

Ο θεσμός του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως είναι οικουμενικός και διαχρονικός, συνδέει το σήμερα με τα σημεία των τελευταίων δεκαεπτά αιώνων ανοίγοντας μία πύλη στον αρχαίο κόσμο. Η ιερότητα του θεσμού δεν έγκειται μόνο στην θρησκευτική ιδιότητα του, αλλά και σε μία άλλη μορφή της οικουμενικότητας του, στις πολλαπλές διαστάσεις του δομήματος το οποίο αποτελεί, όπως την φιλοσοφία, τα ήθη, την τέχνη και την νόηση σε όλες τις μορφές τους στις διάφορες χρονικές περιόδους. Ο θεσμός του Πατριαρχείου φυλάσσει την “γενετική” αποτύπωση της εξελικτικής πορείας των κατοίκων της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και πέραν αυτής, απετέλεσε δε το νήμα που συνέδεσε τον Ελληνισμό της μετα-Βυζαντινής περιόδου με το παρελθόν του συμβάλλοντας έτσι στην επιβίωση του έθνους.

Η σημασία του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως αναγνωρίζεται παγκόσμια και ο εκάστοτε Πατριάρχης, ο πρώτος μεταξύ ίσων, ο πνευματικός ηγέτης 300 εκατομμυρίων Ορθοδόξων Χριστιανών, απολαμβάνει τις ανώτατες τιμές από τους λαούς και τις κυβερνήσεις των. Κατά τις επισκέψεις του στην Ελλάδα τιμάται ως αρχηγός κράτους και τον υποδέχεται πλην της τοπικής πολιτικής “ηγεσίας” και αντιπροσωπεία της κεντρικής κυβέρνησης. Κατά την πρόσφατη επίσκεψη του Πατριάρχη στην Κέρκυρα όμως η Ελληνική πολιτεία εκπροσωπήθηκε σε χαμηλό επίπεδο από τον Γ.Γ. της απεχθούς γιά τα Ιόνια νησιά Γενικής Διοίκησης Δυτικής Ελλάδος, Πελοποννήσου και Ιονίου ενώ κανένα μέλος της κυβέρνησης συμπεριλαμβανομένων και των Κερκυραίων βουλευτών - υπουργών δεν ήταν παρόν κατά την άφιξη του. Επιπρόσθετα η κάλυψη του γεγονότος από τα Αθηναϊκά ΜΜΕ συμπεριλαμβανομένης και της ΝΕΡΙΤ ήταν πραγματικά ισχνή. Τα παραπάνω προκάλεσαν την δυσαρέσκεια των πολιτών και την αντίδραση πολλών τοπικών πολιτικών παραγόντων, καθώς η επίσκεψη του Πατριάρχη σε ένα τμήμα της Ελλάδας είναι επίσκεψη στην Ελλάδα και πρέπει να τιμάται ανάλογα και από την κεντρική κυβέρνηση.

Η υποβάθμιση του γεγονότος από την Ελληνική πολιτεία όμως δεν αποτελεί έκπληξη, αντίθετα έκπληξη θα αποτελούσε η παρουσία υψηλόβαθμου κυβερνητικού εκπροσώπου. Οι Ιόνιοι πολίτες έχουν αντιληφθεί πλέον ότι κάθε γεγονός που συμβαίνει στον χώρο τους, συμπεριλαμβανομένων και των επετείων της ένωσης Επτανήσων και Ελλάδας, υποβαθμίζεται από τις κεντρικές κυβερνήσεις. Δεν είναι όμως μόνο τα γεγονότα που υποβαθμίζονται, αλλά και οι προοπτικές των Ιόνιων νησιών. Οι Κερκυραίοι, τουλάχιστον ενδόμυχα, αντιλαμβάνονται ότι η πρόσφατη κυβερνητική επιλογή για μεταφορά του τμήματος Ασιατικών σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών επίσης δεν αποτελεί έκπληξη, αντίθετα έκπληξη θα αποτελούσε η έναρξη λειτουργίας του στην Κέρκυρα. Παρομοίως έκπληξη θα αποτελούσε και η εγκατάσταση της Περιφερειακής Διοίκησης Λιμενικού στην Κέρκυρα και όχι στην Ηγουμενίτσα.

Κάθε αρνητική για ένα τόπο έκβαση μίας διαδικασίας, όπως η απομάκρυνση μίας δημόσιας υπηρεσίας, η υποβάθμιση ενός πανεπιστημιακού ιδρύματος και η μη ολοκλήρωση ενός δημόσιου έργου μπορεί κατά περίπτωση να εξηγηθεί και να θεωρηθεί ότι δεν είναι βεβιασμένη, αλλά η πιθανότητα του να συμβεί είναι ανεξάρτητη από τον τόπο αυτόν καθεαυτόν. Η μη εκπροσώπηση της κυβέρνησης, για παράδειγμα, στην υποδοχή του Πατριάρχη στην Κέρκυρα θα μπορούσε από κάποιους να εξηγηθεί ως το αποτέλεσμα του προεκλογικού φόρτου εργασίας των κυβερνητικών στελεχών και να θεωρηθεί ότι η κυβερνητική εκπροσώπηση θα ήταν η ίδια οποιαδήποτε πόλη και εάν επισκεπτόταν ο Πατριάρχης κατά την συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Με παρόμοιο σκεπτικό, θεωρώντας δηλαδή την πιθανότητα μίας αρνητικής έκβασης ανεξάρτητη από τον τόπο και ίση για κάθε τόπο, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι αρνητικά γεγονότα, όπως η μη ολοκλήρωση των εργασιών επέκτασης του αερολιμένα Κέρκυρας, η προσπάθεια μεταφοράς του δικαστικού της ΔΟΥ στην Ηγουμενίτσα, η μεταφορά της Περιφερειακής Διοίκησης του λιμεναρχείου στην Ηγουμενίτσα, η μεταφορά του τμήματος Ασιατικών σπουδών στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, κλπ, θα είχαν την ίδια πιθανότητα να συμβούν σε οποιαδήποτε πόλη. Αυτό μπορεί κατά περίπτωση να θεωρηθεί αποδεκτό, η πιθανότητα όμως να είναι διαχρονικά αρνητικές οι εκβάσεις όλων ή σχεδόν όλων των διαδικασιών που αφορούν σε κυβερνητικές επιλογές για ένα τόπο είναι στατιστικά απειροελάχιστη και μία τέτοια συγκυρία δείχνει ότι οι επιλογές δεν είναι τυχαίες - ανεξάρτητες του τόπου, αλλά βεβιασμένες και συστηματικές.  

Είναι λοιπόν κοινά αντιληπτό ότι τα Ιόνια νησιά και περισσότερο η Κέρκυρα, ιδιαίτερα κατά την τελευταία δεκαπενταετία, υποβαθμίζονται πολυεπίπεδα από τις εκάστοτε κυβερνήσεις και με τρόπο ο οποίος παρουσιάζεται να είναι συστηματικός. Επειδή οι συνθήκες σε εθνικό, αλλά και σε διεθνές επίπεδο, όπως η απώλεια της εθνικής κυριαρχίας, τα γεγονότα στην Μέση Ανατολή, η “περίεργη” συμπεριφορά της Τουρκίας, η προστριβή Ρωσίας και Δύσης, η επικυριαρχία της Γερμανίας στην Ευρωπαϊκή ένωση και η αναζωπύρωση του εθνικισμού στα Βαλκάνια δημιουργούν ένα κλίμα ρευστότητας, η υποβάθμιση των Ιόνιων νησιών και ειδικά της Κέρκυρας και το “συστηματικό” αυτής της υποβάθμισης αποκτούν πλέον εθνικές διαστάσεις και πρέπει επιτακτικά να μελετηθούν και να αντιμετωπιστούν. Για την επιτυχή έκβαση της παραπάνω προσπάθειας πρέπει ο μελετητής να ατενίσει την πραγματικότητα όχι μέσα από το υποκειμενικό πρίσμα των προσδοκιών ή των πιστεύω του, αλλά ως έχει, να παραβλέψει τα ταμπού και να θέσει το εγχείρημα σε ιστορικά πλαίσια.

Τέλος 1ου Μέρους

Γιάννης Βραδής
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Purdue, ΗΠΑ
Εργαστήριο Πολιτικού και Πολιτισμικού Προβληματισμού
Ιονίων Νήσων Όραμα
http//:ionianislandsvision2020.blogspot.com

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2014

Λιμεναρχείο Κέρκυρας: Ιλαροτραγωδία της τοπικής ΝΔ και πρώτο τεστ γιά τον ΣΥΡΙΖΑ.

Έχει γίνει πολύς λόγος γιά τα αίτια του καταποντισμού της ΝΔ στα Ιόνια και ειδικά στην Κέρκυρα και της ταυτόχρονης ανόρθωσης του ΣΥΡΙΖΑ σε δυσθεώρητα ύψη. Όσο και να προσπαθούν πολλοί να υποβαθμίσουν το γεγονός αποδίδοντας την ήττα στις εσωτερικές διαμάχες της τοπικής ΝΔ τα πραγματικά αίτια είναι πασιφανή. Τρισήμισυ χρόνια διακυβέρνησης του Δήμου και της Περιφέρειας από προσκείμενες στην ΝΔ παρατάξεις και μερικά χρόνια συγκυβέρνησης ΝΔ και ΠΑΣΟΚ έχουν αφήσει βαθειές ουλές στο κορμί του νησιού. Καταρρέουσες υποδομές, σκοτεινοί διαβρωμένοι δρόμοι, σκουπίδια, απουσία και ακύρωση αναπτυξιακών έργων με παράλληλο εμπαιγμό των πολιτών (φράγματα, UNESCO, κλπ), διπλά χαράτσια, φήμες γιά διαφθορά πολιτικών, απομάκρυνση υπηρεσιών, διαρκής υποβάθμιση και υπονόμευση της Κέρκυρας και της Περιφέρειας. Τα παραπάνω αποτελούν μία πραγματική συνταγή καταστροφής και είναι άξιο απορίας το ότι η ΝΔ κατόρθωσε να διατηρήσει διψήφιο ποσοστό στις Ευρωεκλογές.

Η αποκορύφωση του δράματος έγινε με την μετεκλογική αναγνώριση της φαιδρής ανικανότητας ή/ και της τραγικής αδιαφορίας του συγκυβερνητικού συμπλέγματος (κος υπουργός - βουλευτής Κέρκυρας, περιφερειακή και δημοτική αρχή και υποψήφια περιφερειάρχης και εν ενεργεία κα βουλευτής) να αποτρέψει την τοποθέτηση της έδρας της περιφερειακής λιμενικής αρχής στην Ηγουμενίτσα. Δεν είναι η πρώτη βέβαια φορά που δημόσια υπηρεσία μεταφέρεται ή επιχειρείται να μεταφερθεί από την Κέρκυρα στα Γιάννενα ή στην Πάτρα μέσα στα πλαίσια της προικοδότησης των δύο αυτών πόλεων [1].  Η εγκατάσταση όμως περιφερειακής λιμενικής αρχής στην Ηγουμενίτσα, ειδικά μετά από επίλυση από τον ΟΛΚΕ του στεγαστικού προβλήματος που έθετε ως κύριο λόγο της παραπάνω θέσης του το υπουργείο, είναι τόσο εμφανώς αστήρικτη και ανάρμοστη που παλινδρομεί μεταξύ φαιδρού και τραγικού.

Από την μία πλευρά στέκεται η Κέρκυρα, πόλη νησιωτική, διεθνούς εμβέλειας, πρωτεύουσα του πρώτου Ελληνικού κράτους, έδρα Περιφέρειας, έδρα προξενείων, η πλησιέστερη πόλη προς τα τριεθνή θαλάσσια σύνορα του Ιονίου, οικονομικό και συγκοινωνιακό κέντρο της ευρύτερης περιοχής, με το μεγαλύτερο σε κίνηση επιβατών λιμάνι στην εκτός Αττικής Ελλάδα [2], δεύτερος σε πραγματικό πληθυσμό δήμος στην δυτική Ελλάδα μετά από την Πάτρα. Από την άλλη πλευρά στέκεται η Ηγουμενίτσα, πόλη ηπειρωτική, μικρής τάξης στον εθνικό χωροταξικό σχεδιασμό, αναδειγμένη ως πόλη κυρίως από την πορθμειακή σύνδεση με την Κέρκυρα, πόλη μικρής οικονομικής σημασίας, απομακρυσμένη από τα θαλάσσια σύνορα της χώρας και μικρού σχετικά πληθυσμού. Και όμως, το υπουργείο Ναυτιλίας και Αιγαίου αποφάσισε την εγκατάσταση της περιφερειακής διοίκησης λιμενικού στην Ηγουμενίτσα! Γιατί; Γιατί με αυτή την κίνηση από την μία πλευρά αποδυναμώνει, προσβάλλει και απαξιώνει την Κέρκυρα και από την άλλη ενισχύει τα Γιάννενα τα οποία προσπαθούν να απλώσουν πλοκάμια μέσω της Εγνατίας και του επινήου των, της Ηγουμενίτσας, στο πλούσιο Ιόνιο. Με την έδρα της περιφερειακής διοίκησης του λιμεναρχείου στην Ηγουμενίτσα ο έλεγχος της εκτεταμένης θαλάσσιας περιοχής των Ιονίων νήσων έμμεσα εκχωρείται στην Ήπειρο και δη στα Γιάννενα. Καλό θα είναι να μην λησμονείται ότι η θαλάσσια αυτή περιοχή πλην της στρατηγικής και γενικώτερα οικονομικής σημασίας της έχει, όπως αναφέρεται, και πλούσια κοιτάσματα υδρογονανθράκων.

Το κτύπημα κατά της Κέρκυρας και των Επτανήσων από την παραπάνω απόφαση είναι πολύπλευρο με την εμφανή, αλλά και την αφανή πλευρά του να έχουν ως τελικό αποδέκτη την Κέρκυρα και την Περιφέρεια. Η αφανής πλευρά του κτυπήματος όμως έχει ως ενδιάμεσο αποδέκτη τον ίδιο τον κο υπουργό - βουλευτή Κέρκυρας ο οποίος εκπίπτει στα μάτια των συμπολιτών του και των μελών της κυβέρνησης του αναδεικνυόμενος ως αδύναμος να επηρεάσει και να ακυρώσει την ακραία και πασιφανώς άδικη αυτή κατά της Κέρκυρας απόφαση του υπουργείου. Η μείωση του ειδικού βάρους του κου υπουργού αποτελεί όχι μόνο προσωπική, αλλά και Επτανησιακή απώλεια και ίσως σχετίζεται με τις Ιόνιες βλέψεις άλλων.

Στον αντίποδα, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει κάθε λόγο να πανηγυρίζει στα Επτάνησα και ειδικά στη Κέρκυρα όπου νίκησε κατά κράτος σε Δήμο, Περιφέρεια και με ένα σχεδόν 40% στις ευρωεκλογές. Πολλοί αισθάνονται ότι μία ακτίδα φωτίζει πλέον το Ιόνιο και ευελπιστούν ότι χρόνια προβλήματα θα αρχίσουν σιγά σιγά να επιλύονται. Δεν πρέπει όμως να διαφεύγει της προσοχής ότι και ο ΣΥΡΙΖΑ έχει την σκοτεινή αυτοδιοικητική του πτυχή. Οι παρατάξεις του, όσο και να επιθυμούν να είναι ανεξάρτητες, βρίσκονται κάτω από την ομπρέλα του κεντρικού κομματικού μηχανισμού. Ο κος Γαλιατσάτος δεν πρέπει να λησμονείται ότι διορίστηκε ως υποψήφιος περιφερειάρχης της παράταξης, όχι από τους τοπικούς κομματικούς μηχανισμούς, αλλά από την κεντρική επιτροπή του κόμματος και συνεπώς σε αυτήν είναι υπόλογος. Όσον αφορά στην Περιφέρεια Ιονίων Νήσων οι θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, όπως αυτές αποτυπώνονται στο "Θέσεις γιά το Θεσμικό Πλαίσιο του Β΄ Βαθμού Αυτοδιοίκησης (Αιρετή Περιφέρεια)", είναι εναλλακτικά και υπέρ της διάσπασής της [3]. Η παραπάνω θέση έχει προφορικά ακυρωθεί από υψηλόβαθμο στέλεχος του κόμματος δεν έχει όμως απομακρυνθεί από το γραπτό τεκμήριο, άρα σαφώς παραμένει [4].   

Ο νέος Περιφερειάρχης και ο νέος Δήμαρχος της Κέρκυρας έχουν λάβει σαφή εντολή από τον Κερκυραϊκό λαό να στηρίξουν τα συμφέροντα του. Είναι υποχρέωση τους από τώρα να παλαίψουν, να απαιτήσουν και να ανατρέψουν, στηριζόμενοι κοινοβουλευτικά από τον προικοδοτημένο με σχεδόν 40% κο Τσίπρα, την απόφαση εγκατάστασης της περιφερειακής διοίκησης του λιμεναρχείου στην Ηγουμενίτσα. Πιθανή αδράνειά τους θα υπονομεύσει το μέλλον της Περιφέρειας και θα αποδείξει την ύπαρξη των γκρίζων θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με τα Επτάνησα.

Θα ήταν λογικό βέβαια γιά το σημαντικό αυτό θέμα του λιμεναρχείου να υπήρχε διεκδικητική συνεργασία μεταξύ των απερχόμενων και νέων τοπικών αρχών, των κων βουλευτών και του κου υπουργού. Δυστυχώς όμως κάτι τέτοιο φαίνεται να βρίσκεται στην σφαίρα της φαντασίας στον τόπο μας, εάν βρισκόνταν στο επίπεδο του εφικτού θα ζούσαμε μία διαφορετική πραγματικότητα στα νησιά μας.

Γιάννης Βραδής
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Purdue, ΗΠΑ
Εργαστήριο Πολιτικού και Πολιτισμικού Προβληματισμού
Ιονίων Νήσων Όραμα
http//:ionianislandsvision2020.blogspot.com

Αναφορές.
[1] Τα Επτάνησα και η προίκιση των απέναντι αστικών κέντρων. (http://ionianislandsvision2020.blogspot.gr/2014/02/blog-post_26.html)
[2] Δίκτυο Λιμένων Δυτικής Ελλάδας και ο ευνουχισμός της Κέρκυρας. (http://ionianislandsvision2020.blogspot.it/2013/01/blog-post.html)
[3] Το Επτανησιακό προφίλ του ΣΥΡΙΖΑ: Η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων είναι τεχνητό κατασκεύασμα και προτείνεται να διασπαστεί. (http://ionianislandsvision2020.blogspot.gr/2013/03/blog-post_29.html)
[4] Ανακοίνωση - Ευχαριστήριο Γιάννη Βραδή. (http://www.vradis.net)



Τετάρτη, 26 Φεβρουαρίου 2014

Τα Επτάνησα και η προίκιση των απέναντι αστικών κέντρων.


Η πρόθεση της κυβέρνησης να προχωρήσει στην υπαγωγή των δημοσίων υπηρεσιών τουρισμού των Ιονίων νήσων σε Περιφερειακή Υπηρεσία Τουρισμού με έδρα την Πάτρα δεν αποτελεί έκπληξη, είναι ένα ακόμη βήμα στο πρόγραμμα προικοδότησης των δύο απέναντι μεγαλύτερων στεριανών αστικών κέντρων. Ο λόγος βέβαια που η μεταφορά των συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων ηχηρά προκαλεί την γενική αντίδραση είναι η οφθαλμοφανής απουσία λογικής στήριξης του εγχειρήματος. 

Το μέλλον της Περιφέρειας Ιόνιων Νήσων προδιαγράφεται σαφώς στο σχετικό προικοσύμφωνο το οποίο υπερψηφίστηκε και από βουλευτές των Επτανήσων. Στην σελίδα 84 του ΕΣΠΑ 2007-2013 μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι: «…Τέλος, το σημαντικό αστικό κέντρο της Πάτρας που αποτελεί και πύλη της χώρας προς τα δυτικά, θα αποτελέσει προωθητικό κέντρο της αναπτυξιακής διαδικασίας και την αιχμή του αστικού συστήματος της χωρικής ενότητας*». Συμπληρωματικά, αλλά ανταγωνιστικά ως προς την Πάτρα, το ρυθμιστικό σχέδιο Ιωαννίνων προβλέπει την υπαγωγή της Κέρκυρας στην "Αστική Ζώνη Ιωαννίνων" κάτι το οποίο συνδέεται με τις προσπάθειες της κυβέρνησης γιά μερική διοικητική εξάρτηση της Κέρκυρας τόσο από τα Ιωάννινα, όσο και από το επίνειο των, την Ηγουμενίτσα. Γιά να επιτευχθούν τα παραπάνω, με κατάλληλο "χειρισμό" των δεδομένων, η πόλη της Κέρκυρας δεν αξιολογήθηκε στο ΕΣΠΑ ως πρωτεύων, αλλά ως δευτερεύων πόλος ανάπτυξης. 

Στην ευρύτερη λοιπόν περιοχή της δυτικής Ελλάδας διαφαίνεται μία προσπάθεια διανομής των Επτανησιακών ιματίων μεταξύ των δύο μεγαλύτερων στεριανών αστικών πόλων, της Πάτρας και των Ιωαννίνων. Γιά ποιό όμως λόγο οι κυβερνήσεις κόπτονται γιά την προίκιση των δύο αυτών αστικών κέντρων, αντιβαίνοντας τις πρόνοιες του Ελληνικού συντάγματος και της συνθήκης της Λισσαβώνας περί ενίσχυσης των νησιωτικών περιοχών; Εκατό χρόνια μετά την διάλυση του συστήματος παιδείας των Επτανήσων και την κατάργηση της Ιονίου Ακαδημίας από την τότε Ελληνική κυβέρνηση, δηλαδή εν έτει 1964, ιδρύθηκαν δύο πανεπιστήμια στην δυτική Ελλάδα, ένα στην Πάτρα και ένα στα Ιωάννινα. Η παραπάνω πράξη, η οποία παίχτηκε στα ερείπια της βομβαρδισμένης από τους Ναζί Κέρκυρας και των κτυπημένων από τον Εγκέλαδο Κεφαλονιάς και Ζακύνθου, προσδιόρισε την μεταφορά του περιφερειακού κέντρου βάρους από τα Επτάνησα στην απέναντι στεριά και σφράγισε την προσπάθεια των κυβερνήσεων γιά επικυριαρχία της Πάτρας και των Ιωαννίνων στην δυτική Ελλάδα. Η οικονομική και πληθυσμιακή ανάπτυξη όμως μίας πόλης γιά να είναι βιώσιμη δεν μπορεί να βασιστεί μόνο σε κυβερνητικές επιλογές, αλλά απαιτoύνται και εγγενή χαρακτηριστικά τα οποία θα στηρίξουν αυτή τη βιωσιμότητα. Στην περίπτωση των δύο παραπάνω αστικών κέντρων τα εγγενή αυτά χαρακτηριστικά φαίνεται ότι απουσιάζουν και η πληθυσμιακή ανάπτυξη αποτελεί όχι το αποτέλεσμα, αλλά τη γενεσιουργό αιτία μίας φαινόμενης ανάπτυξης. 

Τα μεγάλα αστικά κέντρα δημιουργούνται σε εκτεταμένες γεωργικές περιοχές που παραδοσιακά μπορούν να στηρίξουν μεγάλους πληθυσμούς, σε σταυροδρόμια σημαντικών οδικών και πλωτών αρτηριών, σε λιμάνια που βρίσκονται επάνω σε σημαντικές θαλάσσιες οδούς ή εξυπηρετούν εκτεταμένη ενδοχώρα και στην πιό σύγχρονη εποχή σε περιοχές με έντονη δραστηριότητα του τριτογενούς τομέα. Η παραπέρα εξέλιξη αυτών των αστικών κέντρων εξαρτάται από την ικανότητα προσαρμογής των στις συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες του περιβάλλοντος των. 

Η Πάτρα, ένα αστικό κέντρο συμπιεσμένο μεταξύ ορέων και θάλασσας χωρίς σημαντική ενδοχώρα, παραδοσιακά σημαντικό λιμάνι στην διαδρομή Αθήνα - Δυτική Ευρώπη, σήμερα χάνει τον ρόλο της τόσο λόγω του ανταγωνισμού της Ηγουμενίτσας όσο και της επικείμενης ενίσχυσης της σημασίας της οδικής και σιδηροδρομικής διαδρομής μέσω των δυτικών Βαλκανίων. Η αποβιομηχάνιση της πόλης και η διαρκής συρρίκνωση των δραστηριοτήτων του λιμένα της αποτελούν αποτέλεσματα της παραπάνω εξέλιξης. 

Τα Ιωάννινα, ένα αστικό κέντρο εγκλωβισμένο σε μία ορεινή περιοχή χωρίς παραγωγική ενδοχώρα, κέντρο της φτωχότερης περιφέρειας της Ευρώπης, παρά φύση πασχίζουν μέσω της Εγνατίας να προβάλλουν τον εαυτό τους στον θαλάσσιο χώρο του Ιονίου. Η ανάπτυξη της πόλης πυροδοτούμενη από την παρουσία του πανεπιστημίου και των τριτοβάθμιων υπηρεσιών υγείας στηρίζεται στην απογύμνωση της ραγδαία συρρικνούμενης υπαίθρου καθιστώντας την σημασία των Ιωαννίνων σαφώς τοπικού και όχι υπερτοπικού χαρακτήρα και την παραπέρα ανάπτυξη των προβληματική. 

Η μακρά παρουσία των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων στα παραπάνω δύο αστικά κέντρα θα μπορούσαν να είχαν δημιουργήσει μία σημαντική δυναμική στον δευτερογενή και τριτογενή τομέα εάν υπήρχε η διασύνδεση εκπαίδευσης και έρευνας με την παραγωγή, κάτι το οποίο όμως δεν έχει επιτευχθεί ικανοποιητικά γενικώτερα στον Ελληνικό χώρο. 

Καθώς λοιπόν το μέλλον των δύο παραπάνω αστικών κέντρων - πηγών σημαντικού αριθμού ψήφων δεν διαγράφεται ευοίωνο ιδιαίτερα στην μεταμνημονιακή Ελλάδα της σαρκοβόρου οικονομίας, οι κυβερνήσεις αντί να προχωρήσουν σε ένα ρεαλιστικό σχεδιασμό ευημερίας γιά τις παραπάνω πόλεις ακολουθούν την εύκολη οδό προσπαθώντας να τις προικοδοτήσουν με τα πολιτισμικά "ασύμβατα", αλλά οικονομικά επωφελή Επτάνησα. Γιά να μετατραπούν όμως τα τουριστικά και από ότι φαίνεται ενεργειακά πλούσια Επτάνησα από διοικητική, πολιτισμική και οικονομική οντότητα σε προίκα θα πρέπει να αποδομηθούν και η περιφερειακή διοίκηση των να απογυμνωθεί από την δυνατότητα χάραξης οποιασδήποτε πολιτικής, κάτι που επιτυγχάνεται με την μεταφορά των επί μέρους κέντρων λήψης αποφάσεων στην Πάτρα και στα Γιάννενα.    

Οι πολιτικές των κυβερνήσεων σε σχέση με τα Επτάνησα από την εποχή της ένωσης μέχρι σήμερα είναι σαφώς δυσμενείς, αλλά η επιχειρούμενη και καλυμένη κάτω από τον μνημονιακό ψευδομανδύα επίθεση που δέχονται τα Επτάνησα κατά τα τελευταία χρόνια είναι πλέον προκλητική. Δεν πρέπει να διαφεύγει από την προσοχή όλων ότι η Ηνωμένη Πολιτεία των Ιονίων Νήσων οικειοθελώς απετέλεσε την μία εκ των δύο συνιστωσών του νεο-Ελληνικού κράτους, όπως αυτό αναγνωρίστηκε με τις συνθήκες του Λονδίνου του 1863 και του 1864 και η σημερινή έκφραση αυτής της συνιστώσας, η ΠΙΝ, πρέπει να αντιμετωπίζεται από τις κυβερνήσεις με τον προσήκοντα σεβασμό. Οι ακολουθούμενες κυβερνητικές πολιτικές που βάλλουν κατά των Επτανήσων είναι βαθειά αντεθνικές καθώς βάλλουν ουσιαστικά κατά των θεμελίων αυτού του ίδιου του Ελληνικού κράτους. Είναι πλέον επιτακτική η διαφοροποίηση της τοπικής πολιτικής πραγματικότητας από αυτήν της σκηνής της Αθήνας, η απεξάρτηση από τους κεντρικούς κομματικούς μηχανισμούς και η μεταστροφή της θεώρησης των πολιτών από ένα Αθηνο-κεντρικό σε ένα Επτανησιο-κεντρικό Ελληνικό μοντέλο. 

Γιάννης Βραδής
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Purdue, ΗΠΑ
Εργαστήριο Πολιτικού και Πολιτισμικού Προβληματισμού
Ιονίων Νήσων Όραμα
http//:ionianislandsvision2020.blogspot.com

* Παραπομπή, σελίδα 84, ΕΣΠΑ 2007-1013.
«Η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων θα εστιάσει στη βελτίωση και διαφοροποίηση του τουριστικού προϊόντος με νέες και εναλλακτικές δυνατότητες προσαρμοσμένες στην τοπική ταυτότητα, σε συνδυασμό με τη διαφοροποίηση και τον αναπροσανατολισμό της οικονομίας του αγροτικού χώρου και τη διεύρυνση της παραγωγικής βάσης του δευτερογενή τομέα. Οριζόντιους στόχους συνιστούν η δημιουργία συνθηκών βιώσιμης διαχείρισης φυσικών και πολιτισμικών πόρων και την αξιοποίησή τους στην ήπια οικονομική δραστηριότητα και η προώθηση συνεργασιών με πόλους ανάπτυξης και λοιπά χωρικά σύνολα (μικρά νησιά, απομονωμένες περιοχές) άλλων περιοχών.

Με δεδομένο τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των νησιών θα δοθεί έμφαση τόσο στις μεταξύ τους συνδέσεις, ιδιαίτερα σε σχέση με τις τουριστικές δραστηριότητες, όσο και στις συνδέσεις των νησιών με τον ηπειρωτικό κορμό της χωρικής ενότητας.

Τέλος, το σημαντικό αστικό κέντρο της Πάτρας που αποτελεί και πύλη της χώρας προς τα δυτικά, θα αποτελέσει προωθητικό κέντρο της αναπτυξιακής διαδικασίας και την αιχμή του αστικού συστήματος της χωρικής ενότητας.»

Σάββατο, 1 Φεβρουαρίου 2014

Ιόνιες σεισμικές δονήσεις

Η Κεφαλονιά και η Ιθάκη σείονται και ο λαός τους υποφέρει, οι στιγμές είναι ιερές και με ευλάβεια πρέπει τα γεγονότα να προσεγγίζονται. Κύριος στόχος όλων σε αυτό το στάδιο πρέπει να είναι η παροχή βοήθειας υλικής, αλλά και ψυχολογικής στους υποφέροντες συνανθρώπους.

Η καρδιά της μικρής μας πολιτείας, της Επτανήσου, της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων όπως θεσμικά ονομάζεται,  χτυπάει αυτή τη στιγμή στην Κεφαλονιά. Η συντριπτική πλειοψηφία των Επτανησίων θα συμφωνούσε στό ότι η διοικητική έδρα του τόπου μόνο κατά όνομα πρέπει να βρίσκεται αυτές τις ημέρες στην Κέρκυρα αλλά  κατ'ουσία μέσα στον δοκιμαζόμενο χώρο, στο σειόμενο Ληξούρι. Πολλοί πιστεύουν ότι την άποψη αυτή, δεν συμμερίζεται ή δεν κάνει πράξη η περιφερειακή αρχή με αποτέλεσμα να δημιουργούνται αντιδράσεις και τριβές. Αυτή τη στιγμή είναι υψίστης σημασίας να διατηρηθεί η ψυχραιμία των πολιτών και των διοικούντων και να παραμείνουν όλοι εστιασμένοι στο πραγματικό πρόβλημα, στην έξαρση δηλαδή της σεισμικής δραστηριότητας και στο πως θα διασφαλιστεί η φυσική και ψυχολογική ασφάλεια των πολιτών. Η ισχυρή παρουσία της περιφερειακής διοίκησης στην Κεφαλονιά σίγουρα θα βοηθούσε την επίτευξη του παραπάνω και κάθε πίεση προς την κατεύθυνση αυτή πρέπει να επικροτείται, οι προσπάθειες όμως εξευμενισμού του Εγκέλαδου με θυσία του αποδιοπομπαίου τράγου, που συνήθως είναι η Περιφέρεια Ιονίων Νήσων, δεν φαίνεται να είναι ίσως η αποτελεσματικότερη τακτική. 

Είναι σημαντικό στο νου του κάθε πολίτη να υπάρχει σαφής η διάκριση μεταξύ δύο οντοτήτων, των θεσμών και των υπηρετούντων τους θεσμούς, δηλαδή στην συγκεκριμένη περίπτωση: της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων - της Επτανήσου - του τόπου μας και των εκλεγμένων η διορισμένων διαχειριστών της. Η άσκηση κριτικής στους διαχειριστές, στην περιφερειακή αρχή δηλαδή, αποτελεί υποχρέωση των πολιτών και πόσο μάλλον των εκλεγμένων. Η λεκτική διασύνδεση όμως της κριτικής προς την περιφερειακή αρχή με το όνομα της έδρας της περιφέρειας, την Κέρκυρα δηλαδή, καθώς και η ακόμη και ακούσια χρήση της κριτικής αυτής ως όπλο που επιφέρει τραυματισμό του θεσμού, της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων δηλαδή,  μπορεί να είναι επικίνδυνη. 

Η ενότητα και η συνεργασία μεταξύ των πολιτών, αλλά και των διαχειριστών μίας πολιτείας, βοηθούν ένα λαό να προοδεύσει σε περίοδο ειρήνης, ενώ σε περίοδο κρίσης αποτελούν προαπαιτούμενα γιά την επιτυχή διαχείριση της. Η ανιδιοτελής καθαρότητα της εστίασης στην κρίση, η ανάλυση αυτής, ο σχεδιασμός και η υλοποίηση μέτρων καθώς και η αποφυγή εκτροπής αποτελούν τα μέσα με τα οποία μπορεί ο λαός να διέλθει όσο το δυνατόν αλώβητος, ίσως και κερδισμένος, από την δοκιμασία. 


Γιάννης Βραδής
Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Purdue, ΗΠΑ
Εργαστήριο Πολιτικού και Πολιτισμικού Προβληματισμού Ιονίων Νήσων Όραμα